Αγνώστου φύλλου…

- - Articles

Την Κατίνα την πιάσανε οι πόνοι της γέννας μες τα μαύρα χαράματα. Ο Μήτσος, ο άντρας της, την βάζει στο αγροτικό του και την πάει κορνάροντας στο μαιευτήριο της πόλης. Περιμένει στο σαλονάκι με αγωνία πηγαίνοντας πέρα δώθε. Παρακαλάει η γυναίκα του να γεννήσει καλά και αναρωτιέται αν θα του κάνει αγόρι να βγάλει το όνομα του πατέρα του, ή θα του κάνει καμιά κόρη και θα είναι υποχρεωμένος να της δώσει το όνομα της πεθεράς του που δεν την χώνευε καθόλου. Μια μεγάλη ταμπέλα έγραφε απαγορεύεται το κάπνισμα και έτσι βγήκε στο μπαλκονάκι να ανάψει ένα τσιγάρο. Στον καφενέ του χωριού, μια φορά, εκεί που καθόντουσαν όλοι γύρω από το τζάκι και καπνίζανε το τσιγαράκι τους συζητώντας για το χαλάζι που ρήμαξε τα δέντρα πάνω στον ανθό, να σου και μπαίνει ένας τύπος χουχουλιάζοντας τα χέρια του, παράγγειλε ένα τσάι και απαίτησε από τον Νικόλα τον καφετζή να εφαρμοστεί ο νόμος που απαγορεύει το κάπνισμα σε κλειστούς χώρους. Άντε να τους πεις εσύ του απάντησε ο Νικόλας, του γύρισε την πλάτη και τον άφησε να περιμένει το τσάι.

Όταν τους τόπε ο Νικόλας, γυρίσανε όλοι και κοιτάξανε προς το μέρος του εισβολέα με περιέργεια στην αρχή και μετά το βλέμμα τους αγρίεψε, αυτός κατέβασε τα μάτια στο φλιτζάνι, ήπιε το υπόλοιπο με μιας, σήκωσε το γιακά μέχρι τη μύτη και εξαφανίστηκε. Εδώ το καταλαβαίνει ο Μήτσος να απαγορεύεται το κάπνισμα που υπάρχουν μωρά παιδιά και λεχώνες, αλλά και στο χωριό; Η νοσοκόμα ήρθε με ένα χαμόγελο ναα και με ένα τοσοδούλι μωράκι. Να σας ζήσει, να σας ζήσει του λέει. Να μου ζήσει μου λες, αλλά δε μου λες τι είναι αγόρι ή κορίτσι για να ξέρω! Σ’ αυτό κύριε δεν μπορώ εγώ να σας απαντήσω, αυτό θα το αποφασίσει μόνο του, όπως λέει ο νόμος. Δηλαδή αδελφή όταν πάω στο χωριό και με ρωτήσουνε τι παιδί έκανα, τι θα τους πω, πως ο νόμος λέει πως θα αποφασίσει μόνο του αν θα είναι αγόρι με πουλάκι ή θα είναι κορίτσι με παπάκι; Δεν της έδωσε τίποτα για τα συχαρίκια και τη ρώτησε εάν μπορεί να δει την γυναίκα του; Και βέβαια κύριε του απάντησε αυτή με ξυνισμένα μούτρα. Τι έφταιγε αυτή που έτσι επιβάλλει ο νέος νόμος και έχασε το μπαξίσι; Ελάτε μαζί μου του απάντησε και προχώρησε με το μωρό αγκαλιά προς ένα θάλαμο. Με το που έκλεισε η πόρτα ξέσπασε. Ρε Κατίνα τελικά τι παιδί έκανες, γιατί αυτή μ’ έσκασε. Αγοράκι Μήτσο μου, αγοράκι. Με τσουτσούνι ρε Κατίνα; Με τσουτσούνι Μήτσο μου. Δόξα σοι ο Θεός, θα βγάλει τον Αριστείδη, να χαρεί ο πατέρας του. Η νοσοκόμα ξανάρθε με το μωρό και το έβαλε στον κόρφο της μάνας να θηλάσει. Εσείς κύριε μπορείτε να περιμένετε στο σαλόνι. Ο Μήτσος της έχωσε κάτι στην τσέπη, το πρόσωπο της νοσοκόμας γλύκανε κι’ ο Μήτσος τράβηξε κατά το σαλόνι. Τέσσερις πολύ χαριτωμένες κοπέλες συζητούσαν όρθιες. Η μια, ψιλή με ξανθά μαλλιά με ανταύγες, φορούσε κόκκινη ζακέτα, μαύρη φούστα δικτυωτές κάλτσες και γόβα στιλέτο, του είχε γυρισμένη την πλάτη. Οι άλλες εντυπωσιακές ξανθές κι’ αυτές βαμμένες έντονα με κάτι βυζιά να, που μπορούσες άνετα να κρεμάσεις το καπέλο σου. Η ξανθιά με την κόκκινη ζακέτα γύρισε και τον κοίταξε. Ο Μήτσος έμεινε ξερός. Είχε γένια και καλοχτενισμένο μουστάκι! Ο Μήτσος ξέσπασε. Δε μου λέτε είστε αυτό που δείχνετε πως είστε, η δείχνετε αυτό που δεν είστε; Α να χαθείς καθυστεριμένε του πέταξαν και απομακρυνθήκανε. Να σας πω, τους απάντησε, καλλίτερα καθυστεριμένος παρά ξεφωνημένος πούστης κι’ ας λέει ότι θέλει ο νόμος που βγάλανε κάτι σαν και του λόγου σας. Πουσταράδες.

Ιnahnak

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *